Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014


ΕΛΛΑΔΑ  ΚΑΙ  ΕΥΡΩΠΗ

ΟΥΤΟΠΙΑ  ΚΑΙ  ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Άρθρο του Στρατή Παπαμανουσάκη

 

 

      Οι τελευταίες εξελίξεις του ελληνικού προβλήματος απαιτούν πλέον μια γενικότερη ανάλυση των γεγονότων, μια βαθύτερη αναζήτηση των αιτίων της κρίσης και μια ειλικρινή πρόταση διεξόδου από τη σημερινή κατάσταση.

 Στη βάση μιας τέτοιας ανάλυσης τοποθετείται η παγκόσμια ιστορία, το ελληνικό και το ευρωπαϊκό παράδειγμα, ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία, κατά τους κανόνες της αδιάκοπης μεταβολής.  Στη μακρά σειρά των παγκόσμιων συγκρούσεων, των μεγάλων κρίσεων και των κοσμοϊστορικών μεταβολών η Ελλάδα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις. Η απόκρουση του περσικού επεκτατισμού στην αρχαιότητα, η αφομοίωση του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, η αποφασιστική συμβολή στον αγώνα κατά του φασισμού στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αποτελούν για τη χώρα μας αναμφισβήτητους ιστορικούς τίτλους. Απέναντι όμως στον ελληνισμό των ιδεών, των θεσμών και της φιλοσοφίας αναπτύχθηκε, σε μια γενικευμένη άρνηση της εμμένειας, ο δυτικός και ο ανατολικός τρόπος σκέψης και δράσης, το οικονομιστικό και το φονταμενταλιστικό παράδειγμα, η άρνηση της ελευθερίας, του μέτρου και της υπέρβασης. Ειδικότερα η Ευρώπη, που αρνείται την ελληνική της καταγωγή, ο καθολικισμός του filioque και ο προτεσταντισμός του απολύτου προορισμού, η Γερμανία, που αποζητά, «απελευθερωμένη» από την ελληνική πολιτιστική «δουλεία», για τρίτη φορά, την ευρωπαϊκή ηγεμονία, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης στη σύγκρουση των πολιτισμών και στο  υπόβαθρο  της τελευταίας οικονομικής κρίσης. Η  κρίση αυτή,  μέσα στις συνθήκες   υποταγής της πολιτικής στην οικονομία, του νεοφιλελευθερισμού και  του περιορισμού της δημοκρατίας,  άρχισε στη Αμερική ως αμφισβήτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επεκτάθηκε στην Ευρώπη,  ως συνολική κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. Με πρώτα θύματα τις χώρες του νότου και ιδιαίτερα την Ελλάδα, λόγω της ευάλωτης θέσης της στην ευρωζώνη και με επόμενους στόχους τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Οι οικονομολόγοι προσβλέπουν συνεχώς προς τη Φραγκφούρτη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του Ευρώ και το Βερολίνο της λιτότητας και της πειθαρχίας. Όμως οι ιστορικοί αξιολογούν την Αθήνα, τη Ρώμη και την Ιερουσαλήμ, ως ιστορικές πρωτεύουσες της φιλοσοφίας, του δικαίου και της χριστιανοσύνης, που συνιστούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι του πολιτισμού εμπνέονται πάντα από τον Πλάτωνα, τον Έγελο και τον Σάρτρ, σε κάθε διαλεκτική προσπάθεια θεμελίωσης του είναι, του μηδενός και του μη όντος.

Προσδιορίζοντας τη σημερινή σύνθετη κρίση ως πολιτιστική, πολιτική και οικονομική, δεν κάνομε τίποτε άλλο παρά να διδασκόμαστε από την ιστορία. Κατά γενική παραδοχή ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος προήλθε από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ενώ ο δεύτερος αποτέλεσε συνέπεια του πρώτου και των συνθηκών που ακολούθησαν. Ήδη ο διαφαινόμενος τρίτος δεν θα πρωτοτυπήσει στις οικονομικές καταβολές του, που υπερκαλύπτουν όμως τις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, που βασίζονται στον τρόπο αντίληψης και δράσης των ευρωπαίων.

Είναι προφανώς μη ρεαλιστικό, στις παρούσες συνθήκες, να πιστεύει κανείς ότι θα πείσει τους ευρωπαίους πολιτικούς μας για την ανάγκη όχι απλά αλλαγής οικονομικής πολιτικής, αλλά ανατροπής γενικότερα της πολιτικής τους, υπό το πρίσμα των αρχών του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, πάνω στον οποίο και μόνο μπορεί να στηριχθεί μια σταθερή οικονομική και κοινωνική πρόοδος. Αυτό που μπορεί πάντως να γίνει κατανοητό είναι η ανάγκη της ευρωπαϊκής σταθερότητας, που κλονίζεται από την σημερινή οικονομική  πολιτική, η  επιθυμία αναζήτησης της ουσίας της Ευρώπης, ως ενότητας ιστορίας, πολιτισμού και οικονομίας, ο κίνδυνος νέων εντάσεων και συγκρούσεων, πολύ πιο απειλητικών από οποιαδήποτε περίοδο του παρελθόντος.

Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στην Ελλάδα και στην κατάσταση της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας της, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τη λεγόμενη Μεταπολίτευση, και όπως εμφανίζεται σήμερα, μετά μια πενταετία εφαρμογής του δυτικής έμπνευσης Μνημονίου, καταλήγομε σε θλιβερές διαπιστώσεις. Δεν μπορούμε παρά να επισημάνομε τη διαφθορά της ιθύνουσας τάξης, τη λαϊκή παθητικότητα, την ταπείνωση της χώρας, που αρνείται την ιδιοπροσωπεία, την ιστορία και τον πολιτισμό της, αποδεχόμενη αδιακρίτως και χωρίς συζήτηση ξένα  πρότυπα αποπροσανατολιστικού εκσυγχρονισμού και καταστροφικής ανάπτυξης. Ήδη αναφαίνονται για το μέλλον του τόπου δυο πολιτικές κατευθύνσεις. Η συνέχιση της μέχρι τώρα πορείας, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δανειστών και τη βίαιη καθήλωση της χώρας στο τωρινό γερμανοκρατούμενο ευρωπαϊκό σύστημα και η ρήξη αυτής της πολιτικής, που φιλοδοξεί να ελευθερώσει τη χώρα και να την αναπροσανατολίσει προς ένα νέο μοντέλο εθνικής και ευρωπαϊκής ανάπτυξης.

Οι περισσότεροι αναλυτές των δημοσίων πραγμάτων και της οικονομίας σήμερα εγκλωβίζονται στα ψευδή διλήμματα Ευρώπη / Εκτός Ευρώπης, Ευρώ / Δραχμή, Μεταρρύθμιση / Στασιμότητα. Κανείς από αυτούς δεν σκέπτεται ότι η Ελλάδα προϋπήρξε της Ευρώπης, ότι η Ευρώπη αναπτύχθηκε με ελληνικό τρόπο και ότι η Ελλάδα αποτελεί βασικό παράγοντα της Ευρώπης. Ελάχιστοι παραδέχονται ότι το ευρωπαϊκό νόμισμα δημιουργήθηκε για χάρη των ευρωπαίων και όχι το αντίστροφο, και ότι τυχόν έξοδος μιας χώρας από το κοινό νόμισμα θα σημάνει αποτυχία της Ευρώπης. Και λίγοι μόνο διανοούνται ότι η στασιμότητα είναι αδύνατη σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο και επομένως ότι  η μεταρρύθμιση είναι αναγκαία και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Άρα η Ελλάδα μόνο μέσα στην Ευρώπη και στο ευρωνόμισμα, αλλά και στην ευρωμεταρρύθμιση μπορεί να προχωρήσει. Αυτή η μεταρρύθμιση δεν θα γίνει προς χάρη της Ελλάδας, αλλά για το συμφέρον της Ευρώπης. Και επομένως είναι απαραίτητη για την ευρωπαϊκή πορεία, είναι δυνατή εφ’ όσον στηρίζεται στην ευρωπαϊκή ιδέα και στους λαούς της Ευρώπης και γίνεται αναπόφευκτη όσο οι ευρωπαίοι συνειδητοποιούν την κατάσταση τους. Το περιεχόμενο αυτής της μεταρρύθμισης, προς την κατάργηση της Ευρώπης των πολυεθνικών και των μονοπωλίων, των τραπεζών και των διαπλεκόμενων συμφερόντων του άκρατου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και προς τη δημιουργία της Ευρώπης των λαών, της αλληλεγγύης, του πολιτισμού, του κοινωνικού κράτους και της πολιτικής δημοκρατίας, δεν αποτελεί ουτοπία. Ας σκεφτούμε τις ουτοπίες που έγιναν πραγματικότητες στην παγκόσμια, αλλά και στην ελληνική ιστορία. Όλες οι μεγάλες ιδέες, από την ιδέα της δημοκρατίας μέχρι την ιδέα της ελληνικής επανάστασης και μέχρι την ιδέα της ίδιας της ενωμένης Ευρώπης, τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Το πρόβλημα εντοπίζεται βέβαια στο μεταβατικό στάδιο μέχρι την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί μια αναίμακτη μετάβαση, χωρίς θυσίες και χωρίς απώλειες. Οι μέχρι τώρα αναγκαστικές «θυσίες» του ελληνικού λαού οδήγησαν σε ένα μη διαχειριζόμενο χρέος, σε μια ανθρωπιστική καταστροφή και σε μια συνεχή υπανάπτυξη. Για την ανατροπή αυτής της αδιέξοδης καταστροφικής πορείας οι νέες θυσίες θα είναι τουλάχιστον δικαιολογημένες. Αρκεί να λεχθεί η αλήθεια προς κάθε κατεύθυνση. Ο ελληνικός λαός στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας του επέδειξε πάντοτε αυτοθυσία, πίστη και δυναμισμό, εμπνεόμενος από ένα εθνικό όραμα. Σήμερα, οπότε προβάλλει πάλι ένα νέο εθνικό όραμα απελευθέρωσης της χώρας από τα δεσμά της υποτέλειας και της φτώχειας, είναι η σειρά της παρούσας γενεάς να καταβάλει το τίμημα για το δικαίωμα των ελλήνων να είναι ελεύθεροι άνθρωποι, ευρωπαίοι και έλληνες. Αυτό το δικαίωμα είναι ταυτόχρονα και καθήκον. Είναι η αναγκαία συνέπεια της ύπαρξης μας στον κόσμο, της αναζήτησης της ουσίας μας, της καταξίωσης της ζωής μας.

Η παντοδυναμία του ελληνικού λόγου υπερβαίνει πάντοτε την αντίσταση του μηδενός,  και καταδεικνύει την  εξουσία του είναι πάνω στα όντα. Η φύση του ανθρώπου, του κόσμου και της κοινωνίας, η  διάκριση πραγματικού και ιδεολογικού, η διαλεκτική σύνθεση είναι και μη είναι, όλα οδηγούν στην αναμέτρηση των αντίθετων δυνάμεων, στη μάχη περί της πραγματικής ουσίας, στη νίκη κατά της εκμηδένισης. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ευρώπης σήμερα,  αυτή η νίκη, ως επικράτηση του ελληνικού πνεύματος και  καταξίωση της ελληνικής αρετής και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αποτελεί και τη μοναδική  σωτηρία και διέξοδο της Ελλάδας και της Ευρώπης από την τωρινή  δοκιμασία.