Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014


Η  ΕΛΛΑΔΑ  ΠΑΛΙ  ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ


Άρθρο του Στρατή Παπαμανουσάκη
 

Το τέλος του 2014 φαίνεται πως δημιουργεί εξελίξεις πολύ διαφορετικές από την αρχή του. Η παγκόσμια αστάθεια συγκεκριμενοποιείται πλέον, με τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας, ενώ η οικονομική αβεβαιότητα κτυπά επίμονα την Ευρώπη, επιτείνοντας την κρίση και των άλλων οικονομιών. Ειδικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η περίοδος της γερμανικής επικυριαρχίας οδηγείται προς τη μοιραία της κατάληξη, με τις μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, να την αμφισβητούν έντονα, και τις μικρότερες, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, να την αρνούνται. Κεντρική θέση στο ευρωπαϊκό ζήτημα κατέχει η Ελλάδα, η οποία παρά την πενταετή της «θεραπεία» διαψεύδει κάθε ελπίδα ανάρρωσης. Ένα νέο «Μνημόνιο» βρίσκεται επί θύραις, με την κυβέρνηση των προθύμων καταρρέουσα, το διακύβευμα της προεδρικής επιλογής συνεπαγόμενο εκλογικές εκκρεμότητες, και την αναμενόμενη νίκη της αντιπολίτευσης αντιμέτωπη με τη σκληρή αντίδραση της Τρόϊκας και των αγορών.

Κατά την πρώτη φάση της «μνημονειακής εποχής» η εγκληματική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και ο αιφνιδιασμός του ευρωπαϊκού κατεστημένου οδήγησαν το αποικιοκρατικό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ευρώπη, την Ελλάδα στην κλίνη του Προκρούστη και την Ευρώπη την ίδια σε κρίση. Μεταξύ Παπανδρέου και Παπαδήμου η μεν Ευρώπη απέκτησε κάποιους μηχανισμούς σταθερότητας, η δε Ελλάδα απώλεσε κάθε δυνατότητα ανάκαμψης. Ο συναγωνισμός εσωτερικού και εξωτερικού χρέους, η ανεργία, η μετανάστευση των νέων, η τραπεζική κρίση, βύθισαν τη χώρα σε βαθύτατη ύφεση.

Η δεύτερη «μνημονειακή φάση», της τρικομματικής αρχικά κυβέρνησης  Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη και του δικομματισμού ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αργότερα, αναιρώντας όλες τις απατηλές υποσχέσεις επαναδιαπραγμάτευσης του «Μνημονίου» και εκτελώντας πειθήνια τις τροϊκανές εντολές αυτοκτονίας της χώρας, ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες με την μη εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας και τις  επακόλουθες εκλογές, εν μέσω κραδασμών αποστασιών, παρεμβάσεων και απειλών. Στο μεταξύ η ιθύνουσα τάξη πολλαπλασιάζει τα κέρδη της, η μεσαία τάξη καταστρέφεται και οι λαϊκές μάζες λιμοκτονούν.

Οι μελλοντικές εκλογές σηματοδοτούν την τρίτη φάση της «μνημονειακής περιόδου», είτε προς την κατεύθυνση της εξόδου από το «Μνημόνιο» είτε προς τη διολίσθηση σε ένα διαρκές «Μνημόνιο», με ότι αυτό συνεπάγεται.

  Το πρόβλημα της Ελλάδας όμως, πέρα από τις εσωτερικές επιπτώσεις του, επηρεάζει σοβαρά και την εύθραυστη ευρωπαϊκή πολιτική. Η αναγωγή στα βαθύτερα αίτια της σημερινής κρίσης οδηγεί σε μια γενικότερη θεώρηση του ελληνικού θέματος, ως μέρους του Ανατολικού Ζητήματος, από την παλαιά αντίθεση Βυζαντίου και Δύσης, τις προσπάθειες υποταγής της ορθοδοξίας στον καθολικισμό, τις επιρροές των Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοελληνικό κράτος, μέχρι την είσοδο της χώρας στην Ευρώπη του ευρώ.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί απλά μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά εκφράζει το διαφορετικό στον ευρωπαϊκό χώρο, από ιστορική, πολιτιστική, θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική άποψη. Η προσπάθεια βίαιης απάλειψης αυτού του διαφορετικού και άμεσης αφομοίωσης του «ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού», επαναφέρει όλες τις προηγούμενες αντιθέσεις, αντιφάσεις και ανταγωνισμούς της ιστορίας, μεταξύ ελληνοκεντρισμού και ξενοκρατίας. Από τις ελληνικές απαιτήσεις των γερμανικών αποζημιώσεων, μέχρι την παραδοσιακή ελληνική μικροϊδιοκτησία και τους ισχυρούς δεσμούς της ελληνικής οικογένειας, τα παραδείγματα αφθονούν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, διαψεύδοντας το όνειρο των ευρωπαίων για  ειρηνική σύγκληση των αντιθέσεων σε μια Ευρώπη  πολιτισμού, συνεργασίας και αλληλεγγύης, βαδίζει όχι προς την ολοκλήρωση, αλλά προς τη διάλυση της. Αυτή η πορεία αναδεικνύει, αντί να εξομαλύνει τιε διαφορές των ευρωπαϊκών κρατών και επιτείνει τις πιέσεις των μεγάλων προς τους μικρούς, επιφυλάσσοντας ειδικότερα στην Ελλάδα, στην καλύτερη περίπτωση τη θέση μακρινού φτωχού συγγενούς και στη χειρότερη τη μοίρα πειθαρχικού σιωπηλού υπηρέτη.

Η Ελλάδα ξαναβγαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας, ύστερα από την ανέμελη μεταπολίτευση, ως παράδειγμα αποφυγής. Πέρα από τις ευθύνες των ξένων, η  χώρα απεμπολεί, εκτός από την ιστορία και τον πολιτισμό της, τις τεράστιες δυνατότητες που διαθέτει, γεωπολιτικές, πνευματικές και οικονομικές, με τη γεωγραφική της θέση, το κλίμα και το περιβάλλον, τα προϊόντα, το υπέδαφος και τον υποθαλάσσιο χώρο,  και το ανθρώπινο δυναμικό της, που διαπρέπει σε όλο τον κόσμο εκτός Ελλάδας. Είναι  θλιβερό οι ιδέες και οι πρακτικές των ελλήνων ανά τους αιώνες να αγνοούνται, να παραγνωρίζονται ή να περιορίζονται σε μειοψηφικά στοιχεία, αντί να αναδεικνύονται, να εμπνέουν και να τοποθετούνται στο κέντρο της πολιτικής και της οικονομίας.

Η ακτινογραφία της πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής της χώρας παρουσιάζει βαθειά συμπτώματα παρακμής, ασθένειας και διάλυσης. Έστω και τώρα, η αφύπνιση των συνειδήσεων, η επεξεργασία και εφαρμογή προγράμματος προοδευτικής διακυβέρνησης, πέρα από τη στενή, μίζερη, οικονομίστικη αντιμετώπιση της κρίσης, αποτελεί την τελευταία ευκαιρία. Η απάρνηση του στείρου και καταστροφικού παρελθόντος των «Μνημονίων», η  χάραξη ελληνικού δρόμου, ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις των δανειστών, η σθεναρή   αντιμετώπιση των αγορών και της Τρόϊκας, αποτελεί τη μοναδική διέξοδο της χώρας.  

Αλλά αυτή η μεταβολή παραδείγματος είναι δυνατή μόνο στο βαθμό που οι νέοι πλειοψηφούντες σχηματισμοί της πολιτικής συνειδητοποιούν τον ιστορικό τους ρόλο, την ανάγκη υπέρβασης της οικονομίας, μέσω της ιστορίας, της φιλοσοφίας και της κοινωνίας, τη δύναμη της αλλαγής στις δομές και στο εποικοδόμημα της σημερινής Ελλάδας.  Οι πρωταγωνιστές του δράματος παίρνουν ήδη τη θέση τους στη σκηνή, υπό τις παραινέσεις του χορού, προς την κάθαρση της ελληνικής τραγωδίας, «δι’ ελέου και φόβου» των θεατών. Η νέα Ελλάδα τότε, μετά από αυτή την κάθαρση και μόνο τότε, μπορεί να παραμείνει στο προσκήνιο της σύγχρονης ιστορίας, ως σύμβολο πλέον δημιουργίας και προόδου προς ένα καλύτερο μέλλον.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014


ΕΛΛΑΔΑ  ΚΑΙ  ΕΥΡΩΠΗ

ΟΥΤΟΠΙΑ  ΚΑΙ  ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

Άρθρο του Στρατή Παπαμανουσάκη

 

 

      Οι τελευταίες εξελίξεις του ελληνικού προβλήματος απαιτούν πλέον μια γενικότερη ανάλυση των γεγονότων, μια βαθύτερη αναζήτηση των αιτίων της κρίσης και μια ειλικρινή πρόταση διεξόδου από τη σημερινή κατάσταση.

 Στη βάση μιας τέτοιας ανάλυσης τοποθετείται η παγκόσμια ιστορία, το ελληνικό και το ευρωπαϊκό παράδειγμα, ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία, κατά τους κανόνες της αδιάκοπης μεταβολής.  Στη μακρά σειρά των παγκόσμιων συγκρούσεων, των μεγάλων κρίσεων και των κοσμοϊστορικών μεταβολών η Ελλάδα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις. Η απόκρουση του περσικού επεκτατισμού στην αρχαιότητα, η αφομοίωση του ρωμαϊκού κράτους στο Βυζάντιο, η αποφασιστική συμβολή στον αγώνα κατά του φασισμού στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αποτελούν για τη χώρα μας αναμφισβήτητους ιστορικούς τίτλους. Απέναντι όμως στον ελληνισμό των ιδεών, των θεσμών και της φιλοσοφίας αναπτύχθηκε, σε μια γενικευμένη άρνηση της εμμένειας, ο δυτικός και ο ανατολικός τρόπος σκέψης και δράσης, το οικονομιστικό και το φονταμενταλιστικό παράδειγμα, η άρνηση της ελευθερίας, του μέτρου και της υπέρβασης. Ειδικότερα η Ευρώπη, που αρνείται την ελληνική της καταγωγή, ο καθολικισμός του filioque και ο προτεσταντισμός του απολύτου προορισμού, η Γερμανία, που αποζητά, «απελευθερωμένη» από την ελληνική πολιτιστική «δουλεία», για τρίτη φορά, την ευρωπαϊκή ηγεμονία, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης στη σύγκρουση των πολιτισμών και στο  υπόβαθρο  της τελευταίας οικονομικής κρίσης. Η  κρίση αυτή,  μέσα στις συνθήκες   υποταγής της πολιτικής στην οικονομία, του νεοφιλελευθερισμού και  του περιορισμού της δημοκρατίας,  άρχισε στη Αμερική ως αμφισβήτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επεκτάθηκε στην Ευρώπη,  ως συνολική κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. Με πρώτα θύματα τις χώρες του νότου και ιδιαίτερα την Ελλάδα, λόγω της ευάλωτης θέσης της στην ευρωζώνη και με επόμενους στόχους τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Οι οικονομολόγοι προσβλέπουν συνεχώς προς τη Φραγκφούρτη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας και του Ευρώ και το Βερολίνο της λιτότητας και της πειθαρχίας. Όμως οι ιστορικοί αξιολογούν την Αθήνα, τη Ρώμη και την Ιερουσαλήμ, ως ιστορικές πρωτεύουσες της φιλοσοφίας, του δικαίου και της χριστιανοσύνης, που συνιστούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι του πολιτισμού εμπνέονται πάντα από τον Πλάτωνα, τον Έγελο και τον Σάρτρ, σε κάθε διαλεκτική προσπάθεια θεμελίωσης του είναι, του μηδενός και του μη όντος.

Προσδιορίζοντας τη σημερινή σύνθετη κρίση ως πολιτιστική, πολιτική και οικονομική, δεν κάνομε τίποτε άλλο παρά να διδασκόμαστε από την ιστορία. Κατά γενική παραδοχή ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος προήλθε από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ενώ ο δεύτερος αποτέλεσε συνέπεια του πρώτου και των συνθηκών που ακολούθησαν. Ήδη ο διαφαινόμενος τρίτος δεν θα πρωτοτυπήσει στις οικονομικές καταβολές του, που υπερκαλύπτουν όμως τις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, που βασίζονται στον τρόπο αντίληψης και δράσης των ευρωπαίων.

Είναι προφανώς μη ρεαλιστικό, στις παρούσες συνθήκες, να πιστεύει κανείς ότι θα πείσει τους ευρωπαίους πολιτικούς μας για την ανάγκη όχι απλά αλλαγής οικονομικής πολιτικής, αλλά ανατροπής γενικότερα της πολιτικής τους, υπό το πρίσμα των αρχών του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, πάνω στον οποίο και μόνο μπορεί να στηριχθεί μια σταθερή οικονομική και κοινωνική πρόοδος. Αυτό που μπορεί πάντως να γίνει κατανοητό είναι η ανάγκη της ευρωπαϊκής σταθερότητας, που κλονίζεται από την σημερινή οικονομική  πολιτική, η  επιθυμία αναζήτησης της ουσίας της Ευρώπης, ως ενότητας ιστορίας, πολιτισμού και οικονομίας, ο κίνδυνος νέων εντάσεων και συγκρούσεων, πολύ πιο απειλητικών από οποιαδήποτε περίοδο του παρελθόντος.

Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στην Ελλάδα και στην κατάσταση της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας της, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τη λεγόμενη Μεταπολίτευση, και όπως εμφανίζεται σήμερα, μετά μια πενταετία εφαρμογής του δυτικής έμπνευσης Μνημονίου, καταλήγομε σε θλιβερές διαπιστώσεις. Δεν μπορούμε παρά να επισημάνομε τη διαφθορά της ιθύνουσας τάξης, τη λαϊκή παθητικότητα, την ταπείνωση της χώρας, που αρνείται την ιδιοπροσωπεία, την ιστορία και τον πολιτισμό της, αποδεχόμενη αδιακρίτως και χωρίς συζήτηση ξένα  πρότυπα αποπροσανατολιστικού εκσυγχρονισμού και καταστροφικής ανάπτυξης. Ήδη αναφαίνονται για το μέλλον του τόπου δυο πολιτικές κατευθύνσεις. Η συνέχιση της μέχρι τώρα πορείας, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δανειστών και τη βίαιη καθήλωση της χώρας στο τωρινό γερμανοκρατούμενο ευρωπαϊκό σύστημα και η ρήξη αυτής της πολιτικής, που φιλοδοξεί να ελευθερώσει τη χώρα και να την αναπροσανατολίσει προς ένα νέο μοντέλο εθνικής και ευρωπαϊκής ανάπτυξης.

Οι περισσότεροι αναλυτές των δημοσίων πραγμάτων και της οικονομίας σήμερα εγκλωβίζονται στα ψευδή διλήμματα Ευρώπη / Εκτός Ευρώπης, Ευρώ / Δραχμή, Μεταρρύθμιση / Στασιμότητα. Κανείς από αυτούς δεν σκέπτεται ότι η Ελλάδα προϋπήρξε της Ευρώπης, ότι η Ευρώπη αναπτύχθηκε με ελληνικό τρόπο και ότι η Ελλάδα αποτελεί βασικό παράγοντα της Ευρώπης. Ελάχιστοι παραδέχονται ότι το ευρωπαϊκό νόμισμα δημιουργήθηκε για χάρη των ευρωπαίων και όχι το αντίστροφο, και ότι τυχόν έξοδος μιας χώρας από το κοινό νόμισμα θα σημάνει αποτυχία της Ευρώπης. Και λίγοι μόνο διανοούνται ότι η στασιμότητα είναι αδύνατη σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο και επομένως ότι  η μεταρρύθμιση είναι αναγκαία και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Άρα η Ελλάδα μόνο μέσα στην Ευρώπη και στο ευρωνόμισμα, αλλά και στην ευρωμεταρρύθμιση μπορεί να προχωρήσει. Αυτή η μεταρρύθμιση δεν θα γίνει προς χάρη της Ελλάδας, αλλά για το συμφέρον της Ευρώπης. Και επομένως είναι απαραίτητη για την ευρωπαϊκή πορεία, είναι δυνατή εφ’ όσον στηρίζεται στην ευρωπαϊκή ιδέα και στους λαούς της Ευρώπης και γίνεται αναπόφευκτη όσο οι ευρωπαίοι συνειδητοποιούν την κατάσταση τους. Το περιεχόμενο αυτής της μεταρρύθμισης, προς την κατάργηση της Ευρώπης των πολυεθνικών και των μονοπωλίων, των τραπεζών και των διαπλεκόμενων συμφερόντων του άκρατου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και προς τη δημιουργία της Ευρώπης των λαών, της αλληλεγγύης, του πολιτισμού, του κοινωνικού κράτους και της πολιτικής δημοκρατίας, δεν αποτελεί ουτοπία. Ας σκεφτούμε τις ουτοπίες που έγιναν πραγματικότητες στην παγκόσμια, αλλά και στην ελληνική ιστορία. Όλες οι μεγάλες ιδέες, από την ιδέα της δημοκρατίας μέχρι την ιδέα της ελληνικής επανάστασης και μέχρι την ιδέα της ίδιας της ενωμένης Ευρώπης, τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Το πρόβλημα εντοπίζεται βέβαια στο μεταβατικό στάδιο μέχρι την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος. Κανείς δεν μπορεί να υποσχεθεί μια αναίμακτη μετάβαση, χωρίς θυσίες και χωρίς απώλειες. Οι μέχρι τώρα αναγκαστικές «θυσίες» του ελληνικού λαού οδήγησαν σε ένα μη διαχειριζόμενο χρέος, σε μια ανθρωπιστική καταστροφή και σε μια συνεχή υπανάπτυξη. Για την ανατροπή αυτής της αδιέξοδης καταστροφικής πορείας οι νέες θυσίες θα είναι τουλάχιστον δικαιολογημένες. Αρκεί να λεχθεί η αλήθεια προς κάθε κατεύθυνση. Ο ελληνικός λαός στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας του επέδειξε πάντοτε αυτοθυσία, πίστη και δυναμισμό, εμπνεόμενος από ένα εθνικό όραμα. Σήμερα, οπότε προβάλλει πάλι ένα νέο εθνικό όραμα απελευθέρωσης της χώρας από τα δεσμά της υποτέλειας και της φτώχειας, είναι η σειρά της παρούσας γενεάς να καταβάλει το τίμημα για το δικαίωμα των ελλήνων να είναι ελεύθεροι άνθρωποι, ευρωπαίοι και έλληνες. Αυτό το δικαίωμα είναι ταυτόχρονα και καθήκον. Είναι η αναγκαία συνέπεια της ύπαρξης μας στον κόσμο, της αναζήτησης της ουσίας μας, της καταξίωσης της ζωής μας.

Η παντοδυναμία του ελληνικού λόγου υπερβαίνει πάντοτε την αντίσταση του μηδενός,  και καταδεικνύει την  εξουσία του είναι πάνω στα όντα. Η φύση του ανθρώπου, του κόσμου και της κοινωνίας, η  διάκριση πραγματικού και ιδεολογικού, η διαλεκτική σύνθεση είναι και μη είναι, όλα οδηγούν στην αναμέτρηση των αντίθετων δυνάμεων, στη μάχη περί της πραγματικής ουσίας, στη νίκη κατά της εκμηδένισης. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ευρώπης σήμερα,  αυτή η νίκη, ως επικράτηση του ελληνικού πνεύματος και  καταξίωση της ελληνικής αρετής και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αποτελεί και τη μοναδική  σωτηρία και διέξοδο της Ελλάδας και της Ευρώπης από την τωρινή  δοκιμασία.

 

 

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014


Η KΑΘΑΡΣΗ  ΤΗΣ  ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Άρθρο του Στρατή Παπαμανουσάκη

 
Κατά ένα μάλλον απρόσμενο τρόπο το ελληνικό ζήτημα, έχει ήδη αναχθεί σε μεγάλο ευρωπαϊκό θέμα, όχι μόνο οικονομικής και κοινωνικής σημασίας, αλλά και πολιτικής και γεωστρατηγικής σπουδαιότητας, με συγκρουσιακά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά στις προεκτάσεις, τις συνέπειες και τους συμβολισμούς του.

H σύγκρουση των πολιτισμών δεν ανακαλύφθηκε πρόσφατα από τον κ. Χάντιγκτον, αλλά περιλαμβάνεται στο Ανατολικό Ζήτημα από την εποχή της Βίβλου (Κάϊν και Άβελ), συνεχίζεται στην αρχαία ελληνική ιστορία (Περσικοί πόλεμοι), στο Βυζάντιο (Σταυροφορίες), και στη νεοτερικότητα (Σουλεϊμάν, Ναπολέων και Χίτλερ), φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας (Αφγανιστάν και Ιράκ, Αραβική «άνοιξη», Συρία και Ουκρανία).

Οι τελευταίες αποκαλύψεις των παρασκηνίων της ελληνικής κρίσης συμπληρώνουν και αναδεικνύουν πλέον όλες τις πτυχές της εθνικής μας τραγωδίας, στη σειρά των τελευταίων επεισοδίων του Ανατολικού Ζητήματος.

Οι γερμανοί, ως ελληνιστές φιλόλογοι, γνωρίζουν άριστα τα μέρη της ελληνικής τραγωδίας (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος), αλλά αγνοούν πλήρως, ως προτεστάντες, την ιερή παράδοση της Ορθοδοξίας (μετάνοια, κάθαρση, φωτισμός, αγιασμός, θέωση). Ο ελληνικός πολιτισμός βρίσκεται ανέκαθεν σε σύγκρουση και προς την ανατολική βαρβαρότητα και προς τη δυτική κακοδοξία. Μετά τις συγκρούσεις της αρχαιότητας, εάν η Αγία Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους αντιπαρατάχθηκε απλά προς την Βυζαντινή Ανατολική (Ελληνική) Αυτοκρατορία, η Δ΄ Σταυροφορία οδήγησε στη φραγκοκρατία, και συντέλεσε ουσιαστικά στην Άλωση. Το δυτικό δόγμα του filioque επεδίωξε λυσσωδώς να υπερισχύσει της ανατολικής τριαδικής διδασκαλίας και η καχεξία του νεοελληνικού κράτους οφείλεται κατά πολύ και στους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Αλλά η Ελλάδα εξήλθε   τελικά νικήτρια και στους δύο παγκοσμίους πολέμους, που ξεκίνησε ο γερμανικός επεκτατισμός. Και το σημερινό, γερμανικής κοπής,  πανευρωπαϊκό  καθεστώς λιτότητας και μνημονίων κλονίζεται  μέσα σε ένα καταιγισμό γεγονότων και ιδεών, που αντιπαρατάσσονται στη γερμανική Ευρώπη. Τα τρία γερμανικά Ράϊχ είναι προφανώς αρκετά, ώστε ένα Δ΄ Ράϊχ να φαντάζει ως ένας μεγάλος και απεχθής αναχρονισμός. Αλλά είμαστε υποχρεωμένοι, υπό το βάρος των γεγονότων, στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στις μεσογειακές χώρες  και στην Ουκρανία, να το αντιμετωπίσομε ως ενδεχόμενο επεισόδιο, στη μεγάλη τραγωδία των ημερών μας.

 Η τραγωδία έχει υπόθεση, στην οποία αναφερθήκαμε, έχει πρόσωπα και χορό, έχει λύση και έξοδο. Στο πρόσωπο της κυρίας Μέρκελ ο καπιταλισμός, ο νεοφιλευθερισμός και ο συντηρητισμός μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν τον κύριο εκπρόσωπο τους. Η δυσκολία βρίσκεται στην αδυναμία αναγνώρισης των αντιπάλων αυτού του ιδιότυπου γερμανικού ιμπεριαλισμού, καθώς κανείς ευρωπαίος κυβερνητικός ηγέτης δεν ανταποκρίνεται σε αυτόν τον ρόλο. Αλλά οι λαοί της Ευρώπης, με την άνοδο νέων δυνάμεων, φαίνεται ότι αφυπνίζονται. Απομένει να δούμε αν η αφύπνιση αυτή τους οδηγήσει προς τη λύση της αναδημιουργίας ή της καταστροφής του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Στην ιστορία, όπως και στην κοινωνία, το αγαθό και το λογικό συνυπάρχει με το παράλογο και το κακό, η ελληνική και η εγελιανή διαλεκτική με το δογματισμό και το τυφλό ένστικτο, το συναμφότερο και ο συγκρητισμός με το απόλυτο και τον μηδενισμό. Η πολιτική έγκειται στη διάκριση γενικού και ειδικού, στην οριοθέτηση παρελθόντος και μέλλοντος, στη δυνατότητα επιλογής και προβλέψεως.

 Ο Αριστοτέλης διέκρινε ως κύρια στοιχεία της τραγωδίας, την μίμηση σπουδαίας πράξης, τον φόβο των παθημάτων, την καθαρτήρια έξοδο. Στη ζωή η συγκρουσιακή πράξη, μέσα από τα πάθη, αναζητά πάντα την κάθαρση της. Και στη ιστορία οι συγκρούσεις των λαών οδηγούνται από την καταστροφή στο λυτρωτικό τέλος.  Το έθνος κατά της παγκοσμιοποίησης, η πολιτική κατά της οικονομίας, η Ευρώπη των λαών κατά της γερμανικής Ευρώπης, όλη αυτή η συγκρουσιακή αντιπαλότητα της εποχής μας, δεν παρουσιάζει άραγε ευδιάκριτα όλα τα στοιχεία της τραγωδίας, που προχωρεί προς την έξοδο της; Αντιμετωπίζοντας την τελευταία φάση της ευρωπαϊκής κρίσης που ζούμε σήμερα, είτε υπό τη μορφή της γερμανικής ύβρεως, είτε υπό την ιδέα της ελληνικής νεμέσεως, οφείλομε να γνωρίζομε ότι κάθε τραγωδία καταλήγει στην κάθαρση. Εάν θα έπρεπε να αποτολμήσει κανείς, παραμονές των ευρωεκλογών, την πρόβλεψη του τέλους του σύγχρονου ευρωπαϊκού δράματος, θα μπορούσε να αντιστοιχίσει την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής, με ότι αυτή συνεπάγεται, προς το τελευταίο επεισόδιο, πριν από την κάθαρση και την έξοδο του. Το λιγότερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να συμβάλει σε αυτή την αναγκαία, φωτιστική, αγιαστική, σωτήρια, και απολυτρωτική κάθαρση του τέλους της τραγωδίας.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014


Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ

 
Άρθρο του Στρατή Παπαμανουσάκη

Επιτίμου Προέδρου Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων
 

Στην περίπτωση της Ευρώπης φαίνεται πως έχει παρέλθει πλέον ο χρόνος, μέσα στον οποίο μπορούν να παραπλανούνται πολλοί για την πραγματική φύση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ευρωπαϊκής τάξης. Η σημερινή Ευρώπη, μετά τις ενδοευρωπαϊκές συρράξεις, ξεκίνησε από την κοινή ιστορία και τον πολιτισμό των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά προχώρησε αντιθετικά, στην οικονομική και μόνο ενοποίηση  της. Στο απόγειο των ευρωπαϊκών αντιπαραθέσεων ο μαρξισμός, υπό το πρίσμα μιας  οικουμενικής ενότητας, είχε προτείνει, αντιστρέφοντας τον εγελιανισμό,  την αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης με την οικονομία στη βάση και την ιδεολογία στην κορυφή. Αν και χωρίς καμιά μαρξιστική συνάφεια πάντως, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, που κτίστηκε στα μέτρα του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος, αυτονομημένο από τις ιδεολογικές καταβολές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, κλονίζεται σήμερα συθέμελα. Η ειρωνεία της ιστορίας εμφανίζεται απρόσκλητη.

Η αφθονία για τους λίγους και η λιτότητα για τους πολλούς, η ελευθερία του επιχειρείν  των πολυεθνικών και η δουλεία της ανεργίας των λαϊκών στρωμάτων, η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης και η αποσάθρωση του εθνικού κράτους, η γερμανική ηγεμονία που αναδείχθηκε, δεν είναι παρά η καρικατούρα της Ευρώπης, το φάντασμα της Ευρώπης, η αποτυχία της Ευρώπης.

Στις παραμονές των ευρωπαϊκών εκλογών ο ευρωσκεπτικισμός κυριαρχεί. Το δεξιό ευρωπαϊκό κόμμα, που κυβερνά σε συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία, βάλλεται ανηλεώς από την κομμουνιστική και τη σοσιαλιστική αριστερά, καθώς και από την εθνικιστική ακροδεξιά. Από την εποχή του γαλλικού «Όχι» στο Ευρωσύνταγμα, η κατάσταση έχει αλλάξει προς το χειρότερο. Το συνταγματικό υποκατάστατο της Λισσαβόνας, η επίθεση κατά της κοινωνίας εργασίας και του κράτους πρόνοιας, η διάσπαση Βορρά και Νότου στην Ευρώπη, οδήγησαν στην οδυνηρή αφύπνιση των ευρωπαίων. Το ευρωπαϊκό όνειρο μεταβλήθηκε σε εφιάλτη. Και τώρα, μεταξύ συντήρησης και αλλαγής, με αλληλοσυγκρουόμενα  αιτήματα, για την κοινωνική Ευρώπη των λαών από τους μεν και την εθνικιστική Ευρώπη των κρατών από τους δε, η Ευρώπη αναζητά την ισορροπία της.

Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα την ώρα που η γεωπολιτική επιβάλλεται στον κόσμο, η ήπειρος μας περικυκλώνεται από την αναταραχή της «αραβικής άνοιξης» και της ουκρανικής κρίσης, και η ευρωπαϊκή ιθύνουσα τάξη μεταβάλλεται σε μέρος του προβλήματος αστάθειας και αβεβαιότητας, με ορατό πλέον το φάσμα ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου. Αλλά είναι και ένα επιχείρημα επικίνδυνο, καθώς στο εσωτερικό της δημοκρατικής Ευρώπης, όσες αντιρρήσεις και αν έχει κανείς για την ποιότητα αυτής της δημοκρατίας,  ακούγονται δυνατές φωνές, που παραπέμπουν κατευθείαν στον ολοκληρωτισμό.

Η Ελλάδα έχει το θλιβερό προνόμιο να κατέχει τώρα την τελευταία θέση στην Ευρώπη, στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάταξη. Και ποιες λύσεις προτείνονται για το μέλλον; Η σταθερή συνέχεια μιας απατηλής καταστροφικής συμμαχίας δεξιάς κυβερνητικής εξουσίας, η εξτρεμιστική ανατροπή της από μια εμφανιζόμενη αντισυστημική τιμωρητική ακροδεξιά και ανάμεσα τους μια πολύμορφη, πολυκομματική, σοσιαλίζουσα ή σοσιαλιστική πρόταση, ακατέργαστη ακόμη σε αρκετά σημεία της, που δεν κατορθώνει να κερδίσει τις μάζες και να οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση.

Είναι αμφίβολο αν συνειδητοποιούν  πολλοί την εξαιρετικά κρίσιμη φάση που διέρχεται η Ελλάδα και η Ευρώπη σήμερα. Η Ευρώπη γενικά βιάζεται να απωθήσει από τη μνήμη της, με την ελαφρότητα των ηθών και την φενάκη των δικαιωμάτων,  τις μαύρες μέρες του μεσοπολέμου. Και ειδικά στην Ελλάδα, με ανοικτά εθνικά θέματα, με κατεστραμμένες παραγωγικές δομές, με την ανεργία και την απελπισία στα ύψη, με το πολιτικό και το δικαστικό σύστημα υπό αμφισβήτηση, μοιάζει ελαφρό, φενακισμένο και γελοίο, και όμως είναι τραγικό, το τοπίο στο οποίο εκτυλίσσεται το δράμα. Το πρωτογενές «πλεόνασμα», η «επίσκεψη» της Μέρκελ, οι «αποκαλύψεις» του Κασιδιάρη, τι απίστευτο σκηνικό για τις ευρωεκλογές που έρχονται…

Ο χρόνος είναι αμείλικτος, το μέλλον δεν περιμένει και κανένα λάθος δεν αναγνωρίζεται. Οι ευρωπαίοι αφυπνίζονται. Θα είναι ελπιδοφόρο η καταστροφικό αυτό το ξύπνημα; Η Ευρώπη, αρνούμενη τις ρίζες της και αμφισβητώντας την ιστορία της, που συνοψίζεται στη φιλοσοφία, το χριστιανισμό, το δίκαιο, τρεκλίζει και παραπαίει. Η Ελλάδα, που δίδαξε στην Ευρώπη το μέτρο, την αρετή , τη δημοκρατία, μη διδασκόμενη από το παρελθόν της και απωθώντας τις αξίες του πολιτισμού της, που δεν είναι παρά ενότητα, διάκριση και συναμφότερο, καρκινοβατεί και κινδυνεύει. Μόνο ένας ευρωπαϊκός και εθνικός συναγερμός, μια ουσιαστική κάθαρση του παρελθόντος και ένας ανασχεδιασμός της ευρωπαϊκής πορείας μπορεί να έχει προοπτική.